Cosmetic

Jump to navigation Jump to search
Revision as of 4 December 2015 at 04:59.
The highlighted comment was edited in this revision. [diff]

Σχετικά με αυτό και αυτό:

Το cosmetic γενικά αποδίδεται ως αισθητικός, π.χ. cosmetic surgery = αισθητική χειρουργική. Δηλαδή το cosmetic έχει την έννοια του πράγματος που γίνεται όχι για λόγους λειτουργικότητας αλλά για λόγους αισθητικής, για ομορφιά. Cosmetics είναι τα καλλυντικά δηλαδή αυτά που χρησιμοποιείς για να δημιουργήσεις κάλλος = ομορφιά. Άλλη δόκιμη μετάφραση του cosmetic είναι καλλωπιστικός. Άρα το cosmetic changes μπορεί να αποδοθεί ως:

  • αισθητικές αλλαγές
  • αλλαγές αισθητικής φύσεως
  • καλλωπιστικές αλλαγές

Το διακοσμητικός, αν και μοιάζει με τη λέξη cosmetic, δεν είναι σωστή απόδοση γιατί στα Ελληνικά διακοσμώ θα πει στολίζω δηλαδή προσθέτω πράγματα (στολίδια) σε κάτι για να γίνει πιο ωραίο. Δηλαδή η διακόσμηση είναι προσθετική διαδικασία εξωραϊσμού, ενώ ο καλλωπισμός είναι η γενική πράξη του εξωραϊσμού χωρίς προσθετική έννοια. Μπορεί να είναι και αφαιρετική. Π.χ. αν κάνεις αισθητική χειρουργική συνήθως αφαιρείς πράγματα, δεν προσθέτεις. Αντίθετα όταν διακοσμείς το σπίτι σου συνήθως προσθέτεις, δεν αφαιρείς.

    Protnet (talk)20:31, 3 December 2015

    Εδώ ο ορισμός μου φαίνεται κάτι που το βάζουμε περισσότερο για να στολιστούμε ...έ ναι είναι και προσθετικό. Η «κοσμητική» έχει προφανώς σχέση με την αισθητική..κυνηγά κι αυτή το ωραίο. Η αισθητική πάλι ως θεώρηση του ωραίου μάλλον δεν έχει σχέση με βελτίωση της εμφάνισης μιας σελίδας.

    Ας βρούμε κάτι άλλο, πάντως το αισθητικός εδώ -ως μέρος των εργασιών που κάνει ένα μποτ - δε νομίζω ότι ταιριάζει.


    Update:Κι εδώ πάλι ούτε μια φορά δεν το βλέπω μεταφρασμένο ως αισθητικός/ή. Πιστεύω τελικά ότι το κοσμητικός είναι αρκετά καθιερωμένος όρος και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν. Κάτι δηλαδή που βελτιώνει την εμφάνιση, είτε αφαιρεί είτε προσθέτει, είτε προσώπου είτε σελίδας στο internet.

      Glavkos (talk)04:55, 4 December 2015